work off



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
work [sth] off,
work off [sth]
vtr phrasal sep
(get rid of by physical effort) (μεταφορικά: θερμίδες)καίω
  εκτονώνω κτ μέσω φυσικής δραστηριότητας
 Walking around the neighborhood should work off some of that meal.
 Μια βόλτα στη γειτονιά θα κάψει μερικές από τις θερμίδες αυτού του γεύματος.
work [sth] off,
work off [sth]
vtr phrasal sep
(pay back through work)ξεπληρώνω ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
off work adv (not at work)εκτός εργασίας φρ ως επίρ
  σε άδεια φρ ως επίρ
  που δεν δουλεύει περίφρ
  (λόγω ασθένειας)σε αναρρωτική φρ ως επίρ
 My husband is at home today; he's off work with the flu.
work your ass off (US),
work your arse off (UK)
v expr
vulgar, informal (work extremely hard) (αργκό, χυδαίο)ξεκωλώνομαι στη δουλειά έκφρ
  (αργκό)ξεσκίζομαι στη δουλειά έκφρ
  (αργκό)ξεπατώνομαι ρ αμ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση work off στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «work off».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!